ἑλκεχίτων

ἑλκε-χίτων [ῐ], ωνος, ,
A trailing the tunic, with a long tunic, epith. of the Ionians, Il.13.685, h.Ap.147.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελκεχίτων — ἑλκεχίτων, ο (Α) αυτός που φορά μακρύ χιτώνα …   Dictionary of Greek

  • ἑλκεχίτων — trailing the tunic masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεχίτωνα — ἑλκεχίτων trailing the tunic masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεχίτωνας — ἑλκεχίτων trailing the tunic masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκεχίτωνες — ἑλκεχίτων trailing the tunic masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • χιτώνας — Εσωτερικό ένδυμα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι. Στους μινωικούς λαούς, ο χ. ήταν είδος περισκελίδας, από τη μέση μέχρι τα πόδια, και στους μυκηναϊκούς κοντό πουκάμισο χωρίς μανίκια, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.